Wednesday, July 19, 2006,9:53 PM
Επετειακό
20 Ιουλίου 1974 Το Βερολίνο τον Ιούλιο μπορεί να γίνει μια πόλη σκοτεινή και τρομακτική και μην το κοιτάτε τώρα, στις αρχές της δεκαετίας του 70 υπήρχε και η σκιά του τείχους που έκανε το γκρίζο πιο σκούρο, πιο βαθύ.

Το σπίτι δίπατο, επάνω τρεις κρεβατοκάμαρες, τουαλέτες και μια μικρή αποθήκη, στο ισόγειο σαλόνι τραπεζαρία, μια μεγάλη κουζίνα και το γραφείο του πατέρα μου. Όλα δυο γωνιές από το Αμερικάνικο φυλάκιο που χώριζε το τείχος κάθετα και την χώρα οριζόντια. Αυτός ήταν ο τέταρτος χρόνος στο Βερολίνο και κάπως είχαμε αρχίσει να το νιώθουμε σπίτι μας. Μέχρι αφίσες από την Ελλάδα είχαμε βάλλει στο δωμάτιο μου και για πρώτη φορά είχαμε κρεμάσει στο σαλόνι δυο πίνακες του Πρέκα που είχαμε αγοράσει πριν από πέντε χρόνια από μια ‘αντικέρ’ στο Μόντρεαλ. Και οι δυο πίνακες στον ίδιο τοίχο αριστερά και δεξιά ενός μεγάλου παραθύρου, ιδέα του πάτερα μου για να μας θυμίζει τις χιονισμένες μέρες του χειμώνα πόσο όμορφη είναι η πατρίδα. Κι έτσι όταν το παράθυρο γέμιζε χιόνι εμείς βλέπαμε ακίνητα τα καράβια του Πρέκα, μόνιμα αραγμένα στο λιμάνι να σαπίζουν και να σκουριάζουν κοιτώντας μας μελαγχολικά. Από τότε αντιπάθησα τον Πρέκα κι ας έχω σήμερα άλλους δυο πίνακες του στους τοίχους μου. Τουλάχιστον αυτή τη φορά είναι η Φολέγανδρος και ο Πόρος.

Το προηγούμενο βράδυ είχα κάνει κάτι εξωπραγματικό, δεν φτάνει που εδώ και δυο μήνες είχα ερωτευτεί, σαν να μην έφτανε που είχα πει και το μαγικό “Ich liebe dich” αλλά είχα φτάσει και στο σημείο να υποσχεθώ διακοπές στην Ελλάδα. Και να το κάνω και συγκεκριμένο, διακοπές τον Αύγουστο στο Πήλιο! Το μόνο που έλειπε ήταν να το πω στον πάτερα μου.

Έξη χρόνια τώρα κάθε χρόνο όταν έφτανε ο Ιούνιος ετοιμάζαμε βαλίτσες αλλά όλο και κάτι τύχαινε και όλο και δεν πηγαίναμε στην Ελλάδα. Στην αρχή τα πράγματα ήταν ‘δύσκολα΄ στη συνέχεια γίνανε πιο δύσκολα. Όταν πια αρχίσανε όλο και πιο πολλοί αντί να πηγαίνουν διακοπές στην Ελλάδα να τους στέλνουν από την Ελλάδα για μόνιμες διακοπές κοντά μας, όπως έλεγε και η θεία η Μελίνα καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και με αυτό το αιώνιο χαμόγελο στα χείλια της, τα πράγματα γίνανε αφόρητα. Σαν να μην έφτανε αυτό τώρα τελευταία είχαν εμφανιστεί και διάφοροι χαφιέδες, έτσι τους λέγαμε χαϊδευτικά αυτοί λέγανε ότι εκτελούν υπηρεσία, που μας παρακολουθούσαν συνέχεια δεν πα να ‘σαι δεκαέξι χρονών, και τα πράγματα πήραν και μια διάσταση θρίλερ.

Εγώ πάλι είχα στήσει ολόκληρο μύθο στην Tagmar που κόντευε να πιστέψει ότι με το που θα φτάναμε στο Πήλιο θα μας παίρνανε οι Κένταυροι καβάλα και θα πηγαίναμε να τα πιούμε με τον Απόλλωνα και την Άρτεμη. Είχε βοηθήσει και ο Σταύρος, ο ιδιωτικός μας χαφιές να προσθέσει και λίγο μυστήριο στην ιστορία και να με κάνει να φαίνομαι και λίγο ήρωας. Τώρα αθώος η βλάκας, ας είναι μαλακό το χώμα που τον σκεπάζει, ο Σταύρος μας είχε συστηθεί και μας είχε πει ότι έπρεπε να κάνει τη δουλειά του άρα ... τον κερνάγαμε καφέ τα κρύα βράδια μη μας πάθει και τίποτα και μας τον αλλάξουν.

Λοιπόν το σχέδιο είχε ως εξής, το έλεγα στον πατέρα μου, τηλεφωνούσε στη γιαγιά και ...βγάζαμε τα εισιτήρια, η Tagmar την ίδια στιγμή το ανακοίνωνε στους γονείς της προσπαθώντας να κρύψει ότι μετά από αναζήτηση δυο ετών – σ’ αυτή την ηλικία μεταφράζεται σε ολόκληρη ζωή - είχε επιτέλους βρει τον ιππότη των ονείρων της. Τόσο απλά. Το τι θα έλεγα το έβλεπα όλο το βράδυ στον ύπνο μου κάτι σαν ύπνο-μελέτη που λένε και έτσι ακούγοντας το τηλέφωνο που με ξύπνησε ήμουν έτοιμος και το μόνο που είχα να κάνω ήταν να βουρτσίσω τα δόντια μου, να μην φορέσω το μπλουζάκι με τους Who που ο πατέρας μου δεν εκτιμούσε καθόλου και που εγώ πεισματικά φόραγα σχεδόν καθημερινά, να κατέβω στη κουζίνα και τέλος πάντων να του τα πω.

Εδώ πρέπει να σημειώσω κάτι, μια δυσκολία που έπρεπε να υπερπεράσω και γι αυτό και η αγωνία μου. Αυτή τη χρονιά και για πρώτη φορά δεν είχαμε ούτε καν αναφέρει την περίπτωση βαλίτσες τον Ιούνιο. Τον Απρίλιο μας είχε επισκεφτεί η θεια μου από την Ελλάδα σταματώντας να μας δει για δεκαπέντε μέρες στο ταξίδι της για Καναδά. Αν και είχαμε να τη δούμε πέντε χρόνια τρομάξαμε να την γνωρίσουμε στο αεροδρόμιο. Είχε αδυνατίσει τρομακτικά και σαν να μην ήταν πια η παλαβούτσικη φοιτήτρια που είχαμε αφήσει πίσω μας και με είχε μάθει να χορεύω σέικ. Τα μάτια της φαινόντουσαν τεράστια και βαθουλωμένα και είχε και μια χαρακιά στο αριστερό μάγουλο που όλο και την άγγιζε σαν να την πονούσε. Εκείνο το βράδυ στο σπίτι μαζευτήκαν ο Πάνος με τη γυναίκα του και τον δίχρονο γιο τους, ο Αντύπας, ο Μανώλης ο Κρητικός και ο Μανώλης σκέτο, η Λυδία με τον Γερμανό που έσερνε μόνιμα μαζί της και δεν καταλάβαινε λέξη ελληνικά, η Αφρούλα από τον Έβρο και ο Μιτσάρας που όλο για γκόμενες μου μιλούσε. Ήταν και καμιά δεκαριά άλλοι που τώρα δεν θυμάμαι τα ονόματα τους, όλοι μαζεμένοι σε ένα δωμάτιο ομίχλη από τα τσιγάρα και στη μέση η θεια μου να εξιστορεί με αναφιλητά τι έγινε τον Νοέμβριο που μας πέρασε. Κλαίγανε ακόμα και τα καράβια του Πρέκα και ήταν σαν το Βερολίνο να μας είχε πλακώσει. Κανείς δεν μιλούσε, μόνο η θεια μου. Τη μόνη άλλη φορά που είχα δει τον πατέρα μου να δακρύζει ήταν όταν κάποια μέρα είχε καθίσει μαζί μου στο κρεβάτι μου για να μου πει ότι πέθανε ο παππούς μου και ήταν ένα μόνο δάκρυ που το σκούπισε γρήγορα, αυτή τη φορά δεν είχε το κουράγιο ούτε να σκουπίσει τα δάκρυα που γινόντουσαν ρυάκια και μετά ποτάμια στα χαραγμένα από τις ρυτίδες μάγουλα του.

Δεν το άντεξα, άλλωστε είχα χάσει πια επαφή από τα δικά μου δάκρυα, ίσα που καταλάβαινα πια τι έλεγε η θεια μου μέσα από τα αναφιλητά της, βγήκα από το σαλόνι και μετά έτρεξα έξω από το σπίτι ψάχνοντας τον Σταύρο. Ο Σταύρος το ξέραμε ότι κουβαλούσε πιστόλι αλλά τα δάκρυα με είχαν τυφλώσει, τον είδα και έτρεξα κατά πάνω του και με όση δύναμη είχα τον κλότσησα στο καλάμι ουρλιάζοντας, δεν ντρέπεσαι ρε! Ευτυχώς άκουσε ο πατέρας μου με τον Μίτσο τις κραυγές μου και τρέξανε έξω γιατί ποιος ξέρει τι θα είχε συμβεί εκείνο το βράδυ.

Η θεια μου έφυγε μετά από δεκαπέντε μέρες. Ευτυχώς γιατί ούτε εγώ ούτε ο πατέρας μου αντέχαμε να την κοιτάμε στα μάτια, κάθε φορά που την κοιτούσαμε μας πιάνανε τα δάκρυα και καλά εγώ μετά την πρώτη φορά φρόντιζα να εξαφανίζομαι, ο πατέρας μου το έζησε κι άλλες πέντε η έξη φορές μιας και όλο και κάποιοι Έλληνες θέλανε να ακούσουν τι έγινε από πρώτο χέρι. Και σαν να μην έφταναν οι Έλληνες ήρθαν και κάτι Γερμανοί και δυο Σουηδοί που χρειαζόντουσαν μεταφραστή και άντε να μεταφράζεις το πόνο που έβγαζαν τα δάκρυα.

Αλλά για να επανέλθουμε στη συγκεκριμένη μέρα, κατεβαίνω λοιπόν τα σκαλιά και βλέπω τον πατέρα μου κάτασπρο, μέχρι εγώ μπορούσα να το καταλάβω, να κοιτάζει παγωμένος το τηλέφωνο που ξαναχτύπαγε. Χωρίς να προλάβω να πω τίποτα απάντησε στο κουδούνισμα κι ύστερα ήρθε κι άλλο τηλεφώνημα κι άλλο, κι άλλο και ξαναμαζευτήκανε ο Μιτσάρας, η Λυδία, ο Αντύπας και πολλοί άλλοι στο σπίτι και οι Τούρκοι είχανε εισβάλει στο νησί. Το βράδυ μάθαμε ότι ένας ξάδερφος υπηρετούσε στο νησί και σε λίγο χάναμε την Αμμόχωστο σαν να χάναμε το δεξί μας χέρι.

Κατά τις εφτά βγήκα να συναντήσω την Tagmar όπως είχαμε κανονίσει και χωρίς να την αφήσω να πει τίποτα προσπάθησα να της εξηγήσω την κατάσταση. Ούτε ξέρω και τι της είπα, ούτε και ξέρω αν με ενδιέφερε τι της έλεγα και πολύ πιθανό να μην έβγαινε νόημα από όσα της έλεγα, τι να καταλάβει ένα δεκαεξάχρονο γερμανάκι όταν της λες ότι επειδή οι Τούρκοι εισβάλανε στη Κύπρο δεν θα πηγαίναμε για διακοπές στο Πήλιο. Αφού τέλειωσα μου δήλωσε ότι καλύτερα έτσι γιατί προτιμούσε να πάει διακοπές στη γιαγιά της που έχει και ένα πολύ γλυκό γειτονόπουλο που είναι και φοιτητής!

Αυτά για να καταλάβετε τι σου είναι οι γυναίκες και δει οι Γερμανίδες!!! Το ειρωνικό είναι ότι μετά από λίγες μέρες πετάγαμε για Ελλάδα και εγώ έκανα διακοπές στο Πήλιο τον Αύγουστο αλλά τι να πεις!

********************************

Ο ξάδερφος σκοτώθηκε τη δεύτερη μέρα της εισβολής. Μια βόμβα έπεσε κυριολεκτικά στο κεφάλι του. Ας είναι καλά εκεί που είναι!!! Κι εμείς οι υπόλοιποι καλό είναι να μην ξεχνάμε.



, , , ,
 
posted by ovi
4 comments