Monday, December 18, 2006,7:14 PM
Η χριστουγεννιάτικη ιστορία του Μίκα Μους #6 - 7 & 8
Καλησπέρα σε όλους σας! Πως πάνε οι προετοιμασίες; Επιτέλους σήμερα το πρωί ...χιόνισε για λίγο και η θερμοκρασία επιτέλους έπεσε κάτω από το 0!!! Σας φαίνεται τρελό αλλά κοντεύαμε να γίνουμε Μεσόγειος με του +6 και +8 βαθμούς.
Τις τελευταίες μέρες είδαμε την γιαγιά, τις θειες και τον νονό και φυσικά η ντουλάπα έχει γεμίσει με κουτιά σε διάφορα μεγέθη και ναι η επιθυμία προς τον αι Βασίλη εκπληρώθηκε. Έχουμε γεμίσει από κάρτες και ναι έχουμε βάλει λαμπάκια στα παράθυρα που ναι παραμένουν ανοιχτά όλο το βράδυ και την λίγη μέρα που μας έχει μείνει πια. Σήμερα πριν φύγω για τον σταθμό για να ηχογραφήσω το χριστουγεννιάτικο πρόγραμμα (είναι το μόνο μη ζωντανό πρόγραμμα το χρόνο) η Δάφνη μου έκανε παραγγελιά, να παίξω ένα τραγούδι για τον Αι Βασίλη!!! Μιας και μιλάμε για τον ραδιοφωνικό σταθμό, το καλύτερο pikku joulu που πήγα εφέτος ήταν αυτό του σταθμού, πραγματικά οικογενειακή ατμόσφαιρα με το πιο παράξενο μάζεμα ανθρώπων. Από χριστιανούς που έχουν μια ζώνη μέχρι ravers, heavy metal και gothic με το απαραίτητο make up! Το πιο τρελό, ενώ ήταν όλοι Φιλανδοί μετά από μια ώρα και αρκετή βότκα με λίγο ...gloggi όλοι μιλάγανε ελληνικά! Ενώ είχα σκοπό να μείνω μια δυο ώρες, γύρισα στο σπίτι στις 3 τα ξημερώματα!!!
Και βέβαια τα pikku joulu δεν τέλειωσαν αλλά συνεχίζονται μέχρι και την παρασκευή! Για τα πολιτικά νέα των τελευταίων ημερών δεν θα σας γράψω μιας και φαντάζομαι θα τα έχετε ήδη διαβάσει, ο Μουσταφά Ρεν είναι πολύ στενοχωρημένος όπως μου είπε η γυναίκα του στο pikku joulu του keskusta και μάλλον ...δεν την παρηγόρησα, αλλά της εξήγησα τη βαθύτερη σημασία μιας νέο-ελληνικής παροιμίας «και η μλκ έχει τα όρια της». Περισσότερα θα σας πω τον Γενάρη όταν πλησιάζοντας τις φιλανδικές βουλευτικές εκλογές θα σας μιλήσω για τα φιλανδικά κόμματα.
Προς το παρόν ...τρία κεφάλαια από την ιστορία του Μίκα μους και όπως είπαμε στις 25 Δεκεμβρίου θα μπορείτε να βρείτε ολόκληρο το βιβλίο στο e-βιβλιοπωλείο του Ovi magazine.
Τέλος, την Τετάρτη 20 Δεκεμβρίου γιορτάζουμε ...δυο καταπληκτικά χρόνια Ovi magazine και τρία Ovi project!!!
Να ‘στε όλοι καλά και να περνάτε πάντα καλά!
***********************
Στη φωτό, από το pikku joulu του παιδικού σταθμού με την πριγκίπισσά μου να κάνει ...μαγικά!!!
***********************
Φυσικά το αγγλικό κείμενο για όλα τα κεφάλαια μπορείτε να τα βρείτε στο Ovi magazine.
***********************
I got a couple of mails, that you cannot read the Greek text and you only see symbols, you must change in your internet exploring program the language, view – character encoding – Unicode!
Cheers!

***********************
Η χριστουγεννιάτικη ιστορία του Μίκα Μους #6

Η σπηλιά ήταν σκοτεινή και μπορούσαν να ακούσουν τον ήχο των βημάτων τους μέσα στο κλειστό χώρο, αλλά από την άλλη η δυνατή χιονοθύελλα είχε μείνει από έξω. Ο Μίκα συνέχισε να ακολουθεί τον Ούνο μέσα στη σκοτεινή είσοδο της σπηλιάς
αν και για να πούμε την αλήθεια και επειδή ήταν σκοτεινά ακολουθούσε το ...καμπανάκι από το σκούφο του Ούνο. Ο Μάττι είχε τεντώσει λαιμό και αυτιά μπας και ακούσει τίποτα περίεργο όταν άφησε μια κραυγή που έκανε τον Μίκα και τον Ούννο να ξαφνιαστούν, «Μίκα, κάποιος άλλος είναι στη σπηλιά!»

Η απαλή μυρωδιά καπνού και μέντας τύλιξε τα ρουθούνια του Μίκα και του Μάττι και άρχισε να τους ζαλίζει έτσι που προσπαθούσαν να δουν τι συμβαίνει μέσα στο σκοτάδι, όταν ο Ούνο με ένα δυνατό ρούφηγμα της μύτης είπε, «ξάδελφε Γιόχαν, εσύ είσαι;» όταν ξαφνικά το φως μιας λάμπας τους τύφλωσε και τους έδωσε να καταλάβουν ότι σίγουρα δεν ήταν μόνοι τους στη σπηλιά αλλά είχαν στη παρέα τους μερικούς νάνους ακόμη. «Χα! Δεν στο πα εγώ ότι δεν θα είμαστε μόνοι μας αυτό το βράδυ; Καλησπέρα σε όλους σας, έφερα και μερικούς φίλους στο πάρτι μας!»

«Μην ανησυχείς μικρό μου πουλί, σε όλους αρέσουν οι καρακάξες!» Συμπλήρωσε ο Ούνο κάνοντας τον Μάττι να αναστενάξει από ανακούφιση και να κουνήσει το φτερό του σαν χαιρετισμό. Ο Ουνο αντάλλαξε θερμές χειραψίες με τον κάθε ένα σφίγγοντας θερμά τα χέρια τους και ταυτόχρονα εξιστορώντας πως συνάντησε τον Μίκα και τον Μίττα και πως είχε πρωτογνωρίσει το μεγαλόσωμο μους, μέχρι που έφτασε σε ένα νάνο καθισμένο αναπαυτικά πάνω σε ένα κορμό που είχε σκαλιστεί από τους νάνους έτσι ώστε να μοιάζει με κουνιστή καρέκλα. «Το ήξερα ότι ήσουν εδώ! Κανένας άλλος δεν καπνίζει αυτό το ....περίεργο συνδυασμό!»

Αφού λοιπόν τελείωσαν οι χειραψίες και τα χτυπήματα στις πλάτες και στις κοιλιές και μετά ένα ακόμα γύρο από χειραψίες και γέλια, ο Ούνο σύστησε τον Γιόχαν στον Μίκα και τον Μάττι, «Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω, κύριε Μους και κύριε Καρακάξα, με λένε Γιόχαν
και από εδώ ο φίλος μου ο Μίσα,» και την ίδια στιγμή ένας ακόμη νάνος πετάχτηκε πίσω από τον Μίκα κάνοντας τον να αναπηδήσει.

Και οι δυο οι νάνοι φορούσαν κάτι καταπληκτικά πολύχρωμα παλτά και οι δυο φορούσαν κατακόκκινα μυτερά σκουφιά με ένα καμπανάκι που χτυπούσε κάθε φορά που γελάγανε. Ο κύριος Γιόχαν είχε μια μικρή ξύλινη πίπα στο στόμα και γέμιζε συνέχεια τον αέρα με μικρά συννεφάκια καπνού ενώ ο Μίσα τους παρατηρούσε στηριζόμενος σε ένα περίεργο μπαστούνι που είχε κάτι ...που έλαμπε στη κορυφή του. «Είναι τιμή για μας να σας γνωρίζουμε και τους δυο,» είπε ο Μίκα μα τον Ματτι να μουρμουρίζει κάτι από πίσω του.

«Κι εγώ είμαι ο Πόσι!» ακούστηκε μια φωνή από τα δεξιά τους και που έκανε τον Μάττι να πηδήξει τρομαγμένος! «Φυσικά,» σκέφτηκε ο Μίκα, «υπήρχαν και ίχνη από ξωτικά στο χιόνι.» Ο Πόσι ήταν σαφώς πολύ πιο αδύνατος από τους νάνους και λίγο πιο ψηλός, ήταν
ντυμένος από τα νύχια μέχρι το κεφάλι στα πράσινα, με ένα μικρό καπέλο που ευτυχώς δεν είχε καμπανάκι αλλά ήταν διακοσμημένο με ένα μεγάλο ...φτερό! Και κάτι που παρατηρήσαν και ο Μάττι και ο Μίκα αμέσως, είχε τα πιο μυτερά αυτιά που είχαν δει ποτέ. «είμαι γοητευμένος από την γνωριμία Κύριε Μίκα μους και τον φίλο σας τον γενναίο κύριο Ματτι Καρακάξα. Σας παρακολουθούσαμε για λίγο, αλλά κάποια στιγμή σας χάσαμε κατά τη διάρκεια της χιονοθύελλας λίγες μέρες νωρίτερα. Πρέπει να παραδεχτώ ότι είσαστε ένα καταπληκτικό δίδυμο.» τις τελευταίες λέξεις τις συμπλήρωσε πιο δυνατά με ένα μεγάλο χαμόγελο να στολίζει το χλωμό πρόσωπο του.

Ο Μάττι κάτι έλεγε συνέχεια κάτω από τα πόδια του Μίκα, αλλά προσποιούμενος ότι δεν τον άκουγε αποφάσισε να κάνει την ερώτηση που έβραζε μέσα του συνέχεια, «Κι εγώ χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω κύριε Πόσι. Αν μου επιτρέπετε μήπως θα μπορούσατε να με βοηθήσετε;
Είναι καιρός τώρα που εχω χάσει το κοπάδι μου και τους ψάχνω παντού, μήπως έτυχε να τους έχετε δει η να έχετε ακούσει κάτι;» για λίγο η ερώτηση μεταφέρθηκε από τον έναν στον άλλον και μετά από μια μικρή ησυχία και αφού από ότι φάνηκε κανένας δεν ήξερε κάτι που θα μπορούσε να βοηθήσει το δύστυχο Μους, ο Πόσι βλέποντας τον στενοχωρημένο είπε, «Μην στεναχωριέσαι Μίκα, εχω μια ...ιδέα!»

Πρέπει να ομολογήσουμε ότι η όλη εικόνα άρεσε πολύ στον Μάττι γιατί ήταν από τις λίγες φορές που τόσο πολλοί γύρω του ήταν στο ίδιο ...ύψος με τον ίδιο. Του άρεσε η ιδέα να είναι ο πιο μικρόσωμος γιατί του επέτρεπε να κρύβεται εύκολα και τώρα σε αυτή τη σπηλιά ήταν από τους ψηλότερους έκτος από τον Μίκα και τον Πόσι φυσικά. «Πως πάει η χιονοθύελλα;» ρώτησε ο Μίσα τον Ούνο. «Ήταν πολύ χειρότερα πριν συναντήσω τους φίλους μας αλλά νομίζω ότι έχει αρχίσει να ηρεμεί πια, το πολύ να πάρει δυο ακόμα ώρες και μετά θα είμαστε έτοιμοι να συνεχίσουμε τον δρόμο μας.» Στο άκουσμα αυτών τον λέξεων ο Πόσι που μίλαγε με τον Μίκα γύρισε και είπε «Αυτά είναι πολύ καλά νέα γιατί
δεν θέλουμε με τίποτα να χάσουμε το φόρτωμα και βέβαια ο φίλος μας ο Μίκα είναι πολύ περίεργος για την ιδέα που είχα!»
***********************
Η χριστουγεννιάτικη ιστορία του Μίκα Μους #7

H αλήθεια είναι ότι η περιέργεια είχε κάνει αυτό ειδικά το μους να αναπηδήσει. Ο Μίκα προσπαθούσε να φανταστεί όλους τους τρόπους που αυτό ειδικά το ξωτικό θα μπορούσε να τον βοηθήσει να ξανάβρει το κοπάδι του. Ο Μίκα είχε ακούσει πολλές και διαφορετικές ιστορίες για τις ικανότητες που είχαν τα ξωτικά αλλά είχε πιστέψει ότι όλα αυτά δεν ήταν τίποτα άλλο από παραμύθια για μικρά παιδιά.

Ήξερε ακόμη ότι υπήρχαν πολλά και διαφορετικά ξωτικά, τα ξωτικά των λόφων, τα ξωτικά των λιμνών, τα ξωτικά του δάσους και φυσικά τα ξωτικά του χιονιού αλλά δεν μπορούσε με τίποτα να καταλάβει σε ποιο είδος ξωτικών ανήκε ο Πόσι. Όλα τα ξωτικά έχουν κάτι που σε βοηθάει να καταλάβεις σε ποια ομάδα ανήκουν να για παράδειγμα τα ξωτικά του δάσους έχουν μικρά πολύ μικρά και πολύχρωμα φύλλα και τα ξωτικά των λιμνών είχαν φωτεινά
καταγάλανα μάτια αλλά με τον Πόσι ...δεν καταλάβαινες τίποτα!

Το μόνο διαφορετικό αν μπορούσες να πει ότι όλα τα υπόλοιπα ήταν συνηθισμένα, με τον Πόσι που μπορούσε να παρατηρήσει ο Μίκα ήταν ένα κατάλευκο φτερό στην άκρη του καπέλου του. Ο Μίκα αναρωτήθηκε πως και δεν είχε δει αυτό το φτερό πριν όταν πέρασε τόση ώρα συζητώντας με το ξωτικό και τώρα κάτι καινούργιο του συνέβαινε, δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από το φτερό. Ήταν σαν κάποιο ξόρκι να τον είχε μαγέψει και τα μάτια του μέναν καρφωμένα στο κατάλευκο φτερό. Με πολύ προσπάθεια και κουνώντας δυνατά το κεφάλι του ο Μίκα κατάφερε να τραβήξει τα μάτια του από το λευκό φτερό όταν κοιτάζοντας δίπλα του είδε τον μικρόσωμο Μάττι να είναι το ίδιο ακίνητος και μαγεμένος με το φτερό.

«Είσαι εντάξει Μάττι;» ρώτησε ο Μίκα χαμηλόφωνα. Η μικρή καρακάξα αναπήδησε και κοίταξε γύρω της μπερδεμένη, «εεε, ναι, Μίκα ... χμμμ! Δεν ξέρω!» Ο μπερδεμένος Μάττι
κούνησε το κεφάλι του, κίνησε λίγο το σώμα του και τέντωσε τα φτερά του, «Τι περίεργο πράγμα ήταν αυτό;» Ο Πόσι γύρισε προς το μέρος τους «βλέπω ότι πέσατε κι εσείς στο ξόρκι του φτερού της κυρίας Λευκής. Ειλικρινά συγνώμη, έχει αυτή την επίδραση σε μερικούς αλλά μην ανησυχείτε δεν είναι τίποτα επικίνδυνο, απλά σε ...ξεκουράζει!»

«Το ξέρει ότι το πήρες;» ρώτησε ο Μάττι πριν καλά το σκεφτεί. Ο Πόσι γέλασε δυνατά, «Φυσικά και το ξέρει! Η κυρία Λευκή είναι ένας κύκνος που την βοήθησα κάποτε να φτιάξει τη φωλιά της και σαν αντάλλαγμα για την βοήθεια μου, μου έδωσε ένα από πιο πολύτιμα φτερά της. Από τότε λοιπόν το εχω πάντα στον σκούφο μου!»

Ο Μάττι ξαφνικά κατάλαβε ποσό αγενές ήταν αυτό που είχε πει και αισθάνθηκε πραγματικά
ντροπή, ο Πόσι σίγουρα δεν έμοιαζε με κλέφτη φτερών από πουλιά που κοιμούνται βαριά. «Οοοο, δεν σκέφτηκα ποτέ ότι θα μπορούσες να το κλέψεις! Δηλαδή εννοώ ...» και με αυτό ο δυστυχώς ο Μάττι από κατάμαυρος έγινε κατακόκκινος από ντροπή ... «Είναι ότι ... δηλαδή ...» Ο Μίκα έκανε πως έβηξε για να τραβήξει την προσοχή τους, «εντάξει, φτάνει Μάττι, καταλάβαμε τι εννοείς!» Ο Μάττι ένιωσε τόσο άσχημα που δεν είπε λέξη απλά πήγε σε μια άκρη και κουλουριάστηκε προσποιούμενος ότι κοιμάται.

Ο Πόσι πήγε κοντά στον Μίκα και του χάιδεψε το κεφάλι, «μην ανησυχείς φίλε μου, αυτό το φτερό έχει αυτή την παράξενη ιδιότητα να κάνει μερικούς να λένε πραγματικά περίεργα πράγματα χωρίς να καταλαβαίνουν τι λένε. Μην στεναχωριέσαι, ξέρω ότι ο φίλος σου ο Μάττι δεν εννοούσε κάτι άσχημο, είναι ένας πολύ γλυκός φίλος αλλά αλήθεια πως γνωριστήκατε;» και πάνω που ο Μίκα ήταν έτοιμος να πει την ιστορία για άλλη μια φορά τους διέκοψε ο Ούνο ο νάνος, «Ακούστε! Μπορείτε να ακούσετε τίποτα;» και η σπηλιά βυθίσθηκε στην απόλυτη σιωπή καθώς όλοι τους προσπαθούσαν να ακούσουν τι είχε ακούσει ο Ούνο.

Μάττι σιγά-σιγά σηκώθηκε από εκεί που είχε κουλουριαστεί και πήγε και στάθηκε κάτω από τα πόδια του Μίκα έτοιμος για οτιδήποτε προκύψει. Μετά από ένα ολόκληρο λεπτό σιωπής ο Ματτι άκουσε κάτι να χτυπάει ρυθμικά, «το ακούς, είμαι σίγουρος ότι κάτι ακούω!» έκραξε. Όλοι γυρίσαν και τον κοίταξαν, «εσείς δεν το ακούτε; Για προσέξτε λίγο, κάνει μπουμ, μπουμ, μπουμ, μπουμ... το ακούω μέσα στα αυτιά μου!!!» Και με τις τελευταίες του λέξεις όλοι πήραν μια βαθιά ανάσα «Ματτι, αυτοί είναι οι χτύποι της καρδιάς σου!» και όλοι άρχισαν να γελάνε με τον Μάττι για άλλη μια φορά να κρύβεται κάτω από τον Μίκα.

«Δεν ακούω τίποτα απολύτως» είπε ο Μίσσα στον Ούνο, «Εσύ τι άκουσες;» Ο Ούνο χοροπήδηξε με ενθουσιασμό και είπε, «δεν υπάρχει τίποτα απολύτως να ακούσεις γιατί απλά σταμάτησε ο άνεμος!» και όλοι σωπάσανε πάλι για να ακούσουν και πραγματικά ο άνεμος είχε σταματήσει και σταμάτησε και η χιονοθύελλα έτσι σύντομα όλοι θα ήταν έτοιμοι να φύγουν από την σπηλιά και να συνεχίσουν το δρόμο τους. Ξαφνικά ο ενθουσιασμός του Ούνο
μεταφέρθηκε σε όλους και όλοι αισθάνθηκαν την προσμονή για κάτι ευχάριστο που θα συνέβαινε.

Και περάσανε μερικά λεπτά και ο Μίκα ρώτησε τον Πόσι, «Που πηγαίνουμε; Αυτή η περιέργεια μου με κάνει ...νευρικό!» o κύριος Πόσι αφού χάιδεψε το μικρό γενάκι του και ίσιωσε το λευκό φτερό στο σκούφο του είπε, «μα νόμιζα ότι ξέρεις που πάμε, αφού τόσες μέρες ακολουθείς τα χνάρια μας, υποθέσαμε ότι μας ακολουθούσες εκεί που πάμε. » ο Μίκα ένιωσε για λίγο μπερδεμένος αλλά γρήγορα κατάλαβε την παρεξήγηση, «οχι, εμείς απλά ακολουθούσαμε τα ίχνη στο χιόνι μπας και βρούμε κάποιον να μας βοηθήσει. »

«Λοιπόν καλέ μου Μίκα, φαίνεται ότι επιτέλους έφτασες σε κάποιον που θα μπορέσει να σε βοηθήσει. Αλλά πρέπει και να κάνεις υπομονή γιατί εκεί που πάμε θα βρεις όλες τις απαντήσεις σε όλες σου τις ερωτήσεις.» την ίδια στιγμή ο Μάττι πετάχτηκε πίσω από τον Μ
ίκα και ... «με συγχωρείτε κύριε Πόσι αλλά εχω εγώ ...μια ερώτηση! Πόσο θα μας πάρει για να φτάσουμε ...εκεί;»

***********************
Η χριστουγεννιάτικη ιστορία του Μίκα Μους #8

Τα πάντα τους φάνηκαν διαφορετικά με το βγήκαν από την σπηλιά. Η χιονοθύελλα είχε αφήσει παντού τα χνάρια της βάζοντας χιόνι πάνω στο χιόνι και όλο αυτό ήταν φορτωμένο με ακόμη περισσότερο χιόνι. Όλα ήταν κατάλευκα κάτι που δυσκόλευε τον Μίκα στην αρχή στο να ξεχωρίσει τι συνέβαινε γύρω του μετά από το σκοτάδι της σπηλιάς. Ο αέρας ήταν φρέσκος και καθαρός και έκανε την μύτη του να τον γαργαλάει καθώς η ανάσα του έκανε μικρά συννεφάκια γύρω από τη μουσούδα του.
«Ααα!» έκραξε ο Μάτι που στο μεταξύ είχε ξανάβρει τον συνηθισμένο παραπονιάρικο εαυτό με το βγήκαν από τη σπηλιά, «βοήθεια, μου επιτίθεται η ...αναπνοή του Μίκα ... βοήθεια!» και λέγοντας αυτά άρχισε να χτυπά τα φτερά του, «άντε Μίκα, ας ξεκινήσουμε γιατί αλλιώς η μυρωδιά της αναπνοής σου θα κολλήσει στα φτερά μου» και ο Μίκα ήταν έτοιμος να αρχίσει ν
α λέει κάτι όταν ...τελείως κατά λάθος ...ρεύτηκε! «προχώρα Μίκα... δεν αντέχω άλλο τους ...τρόπους σου!»

Τα μάγουλα του Πόσι είχαν κοκκινίσει από το γέλιο και μετά από λίγο και αφού ηρέμισε από το τρανταχτό γέλιο είπε, «Δικό μου το λάθος φίλε μου Μίκα, Συγνώμη έπρεπε να σε είχα προειδοποιήσει αλλά αυτό το φύλλο που σου έδωσα έχει αυτή την ...παράξενη ιδιότητα και μη στεναχωριέσαι, συμβαίνει στον καθένα!» συμπλήρωσε κοιτάζοντας τον Μάτι. Ο Μίκα βέβαια ήταν πολύ πολύ ντροπιασμένος για να πει οτιδήποτε και ο Μάττι σχεδόν αδιαφορώντας για ότι είχε πει ο Πόσι συνέχισε να γελάει με τον φίλο του, «Χα,
χα, Ο κύριος ρεύομαι! Αυτό ήταν το ...πιο βρομερό σου ρέψιμο από τότε που σε γνώρισα! Ο κύριος ρεύομαι Μους!!!! Χα, χα ...μπρουουου!!!» ο Μάττι είχε ξεχάσει ότι είχε και αυτός φάει ένα από τα πορτοκαλί φύλλα του κυρίου Πόσι και έτσι ... εν ξαναμίλησε για πολύ ώρα!

Το ταξίδι συνεχίστηκε αλλά αυτή τη φορά φαινόταν πολύ εύκολο ειδικά έχοντας τον Πόσι να οδηγεί και φυσικά να ξέρει το δρόμο. Το ξωτικό φαινόταν να ξέρει καλά που έπρεπε να σταματήσουν γιατί το έδαφος δεν ήταν πολύ σταθερό κάτω από το παχύ χιόνι η πως να αποφύγει μια δυσκολία ακόμη και να κόβει δρόμο ώστε να πηγαίνουν όλοι άνετα και γρήγορα. Αυτό βέβαια που έκανε εντύπωση στον Μίκα ήταν ότι αν και η χιονοθύελλα είχε μόλις σταματήσει φαινόντουσαν πολλά αχνάρια στο χιόνι. Και για την ακρίβεια υπήρχαν ίχνη από ότι μπορούσες να φανταστείς, ξωτικά και νάνους μέχρι και αυτό προς μεγάλη του έκπληξη κάτι ίχνη από τάρανδους ή .... από μους!!! Ξαφνικά ένιωσε την ελπίδα να γεμίζει την καρδιά του.

Η απαλός ήχος από καμπάνες ακουγόταν κάπου μακριά και σιγά-σιγά τα πάντα γύρω τους είχαν αρχίσει να αλλάζουν. Κάπου στον ορίζοντα ο Μίκα μπορούσε να διακρίνει κάτι φώτα να λάμπουν που θα μπορούν να είναι αστέρια που είχαν πέσει στο λευκό χιόνι και βγάζανε ένα πανέμορφο φως. «Εκεί πηγαίνουμε;» ρώτησε ο Μάττι τον Μίκα, «Μακάρι, γιατί φαίνεται τόσο ...όμορφα και είμαι σίγουρος ότι θα έχουν ζεστά κρεβάτια ακόμη και για μικρές καρακάξες.» Ο Πόσι αντάλλαξε ένα χαμόγελο με τον Γιόχαν που ακολουθούσε και είπε, «είναι το μέρος που όλα τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα και ...» αλλά ότι και να ήταν αυτό που ήθελε να πει πνίγηκε μέσα στο κασκόλ που σκέπαζε το στόμα του.

Ο Μάττι τώρα πια στεκόταν όρθιος πάνω στο κεφάλι του Μίκα και μερικές φορές σαν να πέταγε και λίγο πιο ψηλά προσπαθώντας να διακρίνει καλύτερα, «ακόμα δεν βλέπω καθαρά! Πόσο ακόμη κύριε Πόσι;» το ξωτικό έγνεψε στον Μάττι και μετά σαν να του έδειξε κάτι. Και σαν κάτι το μαγικό όλοι οι χιονο-λόφοι γύρω τους φανήκαν σαν να κινούνται, ήταν σαν
απαλά κύματα στη θάλασσα και ο αέρας γέμισε με τη γλυκιά μυρωδιά της κανέλας. Ο ήχος από τις καμπάνες και κάτι σαν τραγούδια που τόση ώρα φαινόταν να έρχεται από μακριά τώρα ...ήταν παντού γύρω τους!

«Καλώς ήλθατε, καλώς ήλθατε! Σας περιμέναμε, η ζεστή σοκολάτα είναι αχνιστή και έτοιμη και σοκολατο-μπισκότα έχουν σερβιριστεί για σας!» μια βαθιά φωνή είπε, «φυσικά ειδικά γλυκά είναι σερβιρισμένα και για του τετράποδους φίλους μας καθώς και για του φτερωτούς επισκέπτες!» Η φωνή ανήκε σε έναν πανύψηλο ...χιονάνθρωπο που είχε εμφανιστεί από το ...πουθενά ή μάλλον από το χιόνι ακριβώς μπροστά του και είχε κάνει τον Μίκα και τον Μάττι να αναπηδήσουν. Φορούσε καφέ πάνινο καπέλο, είχε δυο κατάμαυρες ολοστρόγγυλες πέτρες για μάτια, ένα κυρτό κατακόκκινο καρότο για μύτη, ένα πολύ μακρύ κόκκινο κασκόλ που έφτανε μέχρι το χώμα και μια ξύλινη σκούπα στο δεξί του χέρι.

«Ελάτε, ελάτε γρήγορα από δω!» Ο Μίκα δεν μπορούσε ακόμη να πάρει τα μάτια του από τον χαμογελαστό χιονάνθρωπο. Δεν είχε ποτέ στη ζωή του ξαναδεί χιονάνθρωπο να μιλάει και ήταν τόσα πολλά αυτά που ήθελε να τον ρωτήσει, είχε πιο πολλές ερωτήσεις από όσες έκανε ο Μάττι σε όλο το ταξίδι. Αλλά ένας έξαλλος Μάττι που χοροπηδούσε ενθουσιασμένος στο κεφάλι τον επανέφερε στη πραγματικότητα και γυρνώντας το κεφάλι του μπροστά του είδε τον Γιόχαν και τον Πόσι να έχουν μπει σε ένα κύκλο από νάνους και ξωτικά, άντρες και γυναίκες και να χαιρετάνε τον καθένα δίνοντας τα χέρια τους. Ποτέ μέχρι τώρα ο Μίκα δεν είχε ακούσει τόσα πολλά γέλια και τόση χαρά σε ένα μέρος.

Μικρά-μικρά ξύλινα σπιτάκια σχηματίζανε ένα μικρό χωριό γύρω από μια πλατεία και όλα ήταν διακοσμημένα με πολύχρωμα φωτάκια που συνέχεια αναβοσβήναν! Παντού γύρω σου μπορούσες να δεις μικρά ξωτικά και νάνους να κουβαλάνε μεγάλα και πολύχρωμα κουτιά, να τρώνε μπισκότα, να χοροπηδάνε, να τραγουδάνε και να χαμογελάνε και όλοι να μοιάζουν να περνάνε καταπληκτικά. Ο αέρας είχε μια γλυκιά μυρωδιά από φρεσκοψημένα μπισκότα, και κάποιος τους έδωσε μεγάλες κούπες με αχνιστή σοκολάτα, ο Μάττι έτρεμε από την συγκίνηση, «τσίμπησε με Μίκα! Τσίμπησε με, μήπως ονειρεύομαι;»

Ο Μάττι είχε πάθει υστερία με τα όσα έβλεπε, χτυπώντας τα φτερά του και το κάθε τι που έβλεπε με το ράμφος του για να σιγουρευτεί ότι τα πάντα ήταν αληθινά και οχι της φαντασίας του. «και κοίτα... οχι κοίτα .... κοίτα όλους αυτούς ... και εγώ φαίνομαι τόσο ... ωχ, χρειάζομαι έναν καθρέφτη!» Ο Μίκα δεν μπορούσε να ακούσει τα παράπονα του φτερωτού του φίλου που χοροπηδούσε παντού γύρω του γιατί μια πανέμορφη σκαλιστή πόρτα μπροστά τους είχε τραβήξει την προσοχή του. Δεν έμοιαζε με τίποτα σε καμιά από τις άλλες πόρτες και το ένστικτο του, του έλεγε ότι όλη αυτή η μαγεία γύρω του ξεκινούσε από κει!

Labels: , , , , ,

 
posted by ovi
9 comments