Sunday, December 03, 2006,12:04 AM
Η χριστουγεννιάτικη ιστορία του Μίκα Μους #1
Λοιπόν επειδή στο Ovi magazine δεν είμαστε και τελείως ...πολιτικαλ κορεκτ και επειδή εγώ δεν μπορώ με τίποτα να αποκαλέσω τα Χριστούγεννα ...εποχιακή γιορτή, γιορτή του χειμώνα ή χαρούμενη γιορτή γιατί θα πέσει κανένας Dickens να με πλακώσει και άντε να μετράμε μετά φαντάσματα, αποφασίσαμε με τον Asa να γράψουμε μια ...χριστουγεννιάτικη ιστορία με ήρωα ένα Μους, πανέμορφο ζώο σαν ελάφι αλλά πολύ πιο μεγαλόσωμο που ζει στις αρκτικές χώρες όπως η Φιλανδία.

Η ιστορία θα συνεχίζεται κάθε δυο μέρες στην αρχή και όσο πλησιάζουν τα Χριστούγεννα κάθε μέρα!!! Για όσου προτιμούν το αγγλικό κείμενο ...θα το βρείτε στο Ovi magazine γιατί πολύ φοβάμαι ...το χριστουγεννιάτικο πνεύμα δεν βοήθησε και πολύ τα ελληνικά μου!!!

Άντε 21 μέρες μείνανε ακόμα!!! Και ...καλά Χριστούγεννα σε όλους σας, όπως έλεγε και ο μικρός ο Τίμυ

*********************

Τα Χριστούγεννα του Μίκα # 1

Πρέπει να ήταν ξεκίνημα Δεκέμβρη αλλά δεν μπορούσες να είσαι και απόλυτα σίγουρος. Έμοιαζε για Δεκέμβρης, μύριζε σαν Δεκέμβρης αλλά δεν υπήρχε και τίποτα που να επιβεβαιώνει τις υποψίες. Όπως και να είχε ένα ελαφρύ χιόνι έπεφτε με τον άνεμο και ο ψίθυρος των ξωτικών έφερνε κάτι μαγικό στην αρκτική τούντρα. Και έκανε πραγματικά πολύ κρύο.

Όλος ο κόσμος έμοιαζε ειρηνικός, σε βαθύ ύπνο κάτω από μια κατάλευκη κουβέρτα μέχρι να έρθει η άνοιξη και κανένας δεν τολμούσε να ταράξει αυτή τη ν ησυχία ... ή τουλάχιστον κανένας. «Φτάνουμε;» έκραξε μια τσιριχτή φωνούλα που έκανε ηχώ στα μακρινά δέντρα, εξαφανίζοντας την ηρεμία του παγωμένου τοπίου. Η ξαφνική αλλαγή έκανε την ταραγμένη φύση να πάρει μια βαθιά ανάσα πριν επανέλθει στη προηγουμένη ήρεμη κατάσταση της.

Ξανά η τσιριχτή φωνή ... «φτάνουμε Μίκα;» Εάν δεν
στεκόσουνα σε ένα συγκεκριμένο μέρος της τούντρα δεν θα καταλάβαινες με τίποτα από που αυτή η τσιριχτή φωνή ερχόταν αν και σύντομα τα πάντα θα άλλαζαν. Στην αρχή θα έβλεπες ένα μικρό μαύρο κεφαλάκι με ράμφος, και σιγά-σιγά θα ξαφνιαζόσουνα καθώς το υπόλοιπο σώμα εμφανιζόταν. Ήταν σαν το πουλί να ταλαντεύεται στον αέρα χωρίς να έχει ανοιγμένα τα φτερά του και κάθε λεπτό όλο και ανέβαινε πιο ψηλά.

Αυτή την παραίσθηση ήταν εύκολο να την εξηγήσεις αλλά ακόμα και μετά την εξήγηση θα ανοιγόκλεινες τα μάτια για να σιγουρευτείς ότι αυτό που βλέπεις είναι η πραγματικότητα. Ένα μεγαλοπρεπές κοράκι με γυαλιστερό φτέρωμα πάνω στους ώμους ενός δυστυχισμένου Μους στο χρώμα της σοκολάτας. Προσέξτε, στο χρώμα της σοκολάτας και οχι το καφέ της έρημου. Ο Μάττι το κοράκι χασμουρήθηκε και τεντώθηκε ανοίγοντας τα ασημο-λευκο-μαύρο φτέρωμα του και μετά με το ράμφος του άρχισε να ‘χτενίζει’ τα φτερά του. Ο Μάττι δυστυχώς για όλους τους άλλους ήταν ένα όμορφο πουλί και επειδή ήταν και ο πρώτος που το παρατήρησε φρόντιζε να το δουν και όλοι οι άλλοι προσέχοντας συνέχεια την εμφάνιση του.

«Μίκα, γιατί δεν προσέχεις τον εαυτό σου περισσότερο;» είπε ο Μάττι την ώρα που έφτιαχνε τα φτερά του, «θα έπρεπε να νοιάζεσαι για τους επιβάτες σου περισσότερο ... εννοώ αυτή η μυρωδιά σου είναι ...αηδιαστική!!!» Ο Μίκα αναστέναξε και με ένα τίναγμα έδιωξε ένα από τα φτερά του Μάττι που είχε προσγειωθεί στη μύτη του. «Νομίζω ότι η δική σου ματαιοδοξία καλύπτει και τους δυο μας, Μάττι. Και ας μην ξεχνάμε ότι έκανα μπάνιο στο τέλος του καλοκαιριού και αυτό είναι αρκετό ... Ω! Τι ήταν αυτό;»

Ο Μάττι καταπίνοντας ένα έντομο που μόλις είχε πιάσει στη γούνα του Μίκα είπε «Συγνώμη φίλε μου, παραδέχομαι ότι η καθαριότητα του μεταφορικού μπορεί να είναι φτωχή αλλά το φαγητό είναι ...κα-τα-πλη-κτι-κό.» Το κοράκι τέντωσε πάλι τα φτερά του, εξέτασε με προσοχή το κάθε φτερό αν είναι ίσιο όπως θα έπρεπε και ... θυμήθηκε την ερώτηση που είχε κάνει στην αρχή, «Λοιπόν, φτάνουμε;» Ο Μίκα είχε αρχίσει να κουράζεται με τις συνεχόμενες ερωτήσεις του Μάττι, ειδικά επειδή το κοράκι δεν μπορούσε με τίποτα να θυμηθεί τις απαντήσεις και αυτό συνέβαινε κυρίως γιατί ο Μάττι δεν έδινε με τίποτα προσοχή στο τι έλεγε ο Μίκα.

«Όχι Μάττι, πως μπορεί να φτάνουμε αφού δεν πηγαίνουμε πουθενά;» Ο Μίκα δεν έλεγε ακριβώς την αλήθεια γιατί κάπου πηγαίνανε ακολουθώντας τα ίχνη που αφήναν τα ξωτικά στο χιόνι, αλλά δεν ήθελε με τίποτα να το πει στον Μάττι και η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν και σίγουρος που αυτά τα χνάρια οδηγούσαν. «Μίκα ... μήπως θα έπρεπε να πάμε αριστερά; εχω ένα προαίσθημα ότι έπρεπε να πάμε αριστερά!» παρατήρησε ο Μάττι δείχνοντας με το δεξί του φτερό μπερδεμένος από μια μεγάλη χιονονιφάδα που είχε πέσει στα πρόσωπο του.

«Έχω γεμίσει χιόνι κι εσύ έχεις γεμίσει με χιόνι ...τα πάντα έχουν γεμίσει με χιόνι! Αριστερά χιόνι, δεξιά χιόνι, μπροστά χιόνι, κάτω χιόνι, πάνω χιόνι, χιόνι, χιόνι, χιόνι, χιόνι, πάγος και χιόνι, χιόνι και πάγος ...» Ο Μίκα είχε χαθεί στις σκέψεις του για να ακούει τα παράπονα του φίλου του. Έπρεπε να βρει το υπόλοιπο κοπάδι πριν ο χειμώνας έρθει για τα καλά και δεν είχε ιδέα πόσο χρόνο είχε ακόμη. Και όπως ήταν χαμένος μέσα στην αγωνία του ξαφνικά κατάλαβε ότι κάποιος τσίριζε δυνατά το όνομα του, «Μίκα, Μίκα, που είσαι; Φτάνουμε;»

**********************

Η συνέχεια σε δύο μέρες!!!

**********************

Αφιερωμένο σε όλα τα παιδάκια όλων των ηλικιών

Labels: , , , ,

 
posted by ovi
12 comments