Friday, June 20, 2008,11:27 AM
Ένας διαφορετικός Ιππότης ΙΙ και οι ...αμυγδαλές μας!
Να σας πω, σας αρέσει η ιστορία ή να την σταματήσω; Άντε, γιατί δεν ακούω τίποτα! Το δεύτερο μέρος από την εισαγωγή και περιμένω!!!

Αυτό το σαββατοκύριακο είναι το σαββατοκύριακο του μεσοκαλόκαιρου, των 24 ωρών μέρας. Σας έχω γράψει και παλαιότερα για το τι κάνουμε αυτή τη μέρα αλλά εφέτος για πρώτη φορά θα μείνουμε στο Ελσίνκι. Βλέπετε πήραμε την απόφαση και μετά από συζήτηση με τον γιατρό μας, να ...βγάλουμε τις αμυγδαλές μας. Λοιπόν όσοι έχουν γνωρίσει τη Δάφνη ξέρουν ότι αναγνωρίζει την λέξη 'παγωτό' σε κάθε γλώσσα και όταν τη ρωτάς τι θέλει λέει ...παγωτό! Την Τετάρτη που κάναμε την εγχείρηση έφαγε μεγάλες ποσότητες παγωτού, την Πέμπτη το πρωί είπε πρώτη φορά όχι και το μεσημέρι ζήταγε μακαρόνια, ρύζι και ...μπέικον με μας να την παρακαλάμε να φάει ...παγωτό!!!

Και ένα άλλο γεγονός αυτή τη βδομάδα. Ενώ είμαστε σε σουπερμάρκετ η γυναίκα μου κουβαλώντας ένα πακετάκι είπε ενθουσιασμένη ...κοίτα τι βρήκα!!!! Λοιπόν κάποιος με μισεί σε αυτή τη χώρα και έχω σκοπό να τον κυνηγήσω αλύπητα, όσο για τη γυναίκα μου της ανακοίνωσα ότι αυτό το πακέτο είναι λόγος ...διαζυγίου!!! Μα ποιο στρεβλωμένο μυαλό έφερε ...ρεβίθια στη Φιλανδία;

Και τώρα η συνέχεια της ιστορίας μας:

*********************************

Παρατήρησα ότι όσο κι αν προσπαθώ όλο και ξεφεύγω από την ιστορία μου, γι' αυτό επιστρέφω στον θείο μου. Αν και ο ρόλος του στην ιστορία όσο και στην συνέχεια των περιπετειών μου είναι ελάχιστος έως μηδαμινός πρέπει να σας εξηγήσω λίγα ακόμα πράγματα γι' αυτόν για να καταλάβετε καλύτερα τις συνθήκες που ζούσα και πως πήρα την απόφαση από τη μία να παραβώ τις εντολές του και από την άλλη να ακολουθήσω τον αξιότιμο Ιππότη Ιωάννη Κ. Πλατυπόδη.

Ο θείος μου λοιπόν είχε ένα πρόβλημα, μάλλον ένα πρόβλημα με δύο όψεις και τις δύο κακές. Η θεία μου αντιπαθούσε αυτούς που παίζουν χαρτιά και άλλα τυχερά παιχνίδια που κατά τη γνώμη της δεν ήταν και τόσο ...τυχερά και το χειρότερο εγώ έμενα σε ένα μικρό σπιτάκι δίπλα ακριβώς από αυτό που έμεναν η θεία μου με τον θείο μου. Θα μου πείτε τώρα και πολύ καλά θα κάνετε που θα αναρωτηθείτε ...και λοιπόν; Λοιπόν η θεία μου ήξερε ακριβώς τι ώρα επέστρεφα από την δουλειά και αυτό ήταν ...πρόβλημα! Βλέπετε αφού εγώ ήμουν στο σπίτι το εργαστήριο ήταν κλειστό, που ήταν ο θείος μου;

Σχεδόν κάθε βράδυ η θεία μου με το που έβλεπε το φως να ανάβει στο μικρό δωματιάκι μου ερχόταν με ζεστό φαγητό και αυτό γινόταν πιο έντονο όταν υποπτευόταν ότι ο αργοπορημένος θείος μου κάτι έκανε και φυσικά ήθελε να μάθει τι ακριβώς ήταν αυτό και που δεν θα ήθελα να της πω. Σας παρακαλώ να με πιστέψετε ότι είμαι πολύ καλός στο να κρατάω μυστικά, άλλωστε ο ίδιος ο Ιππότης Ιωάννης το έχει πει πολλές φορές και γι' αυτό ακριβώς είμαι και ο έμπιστος του σε όλα τα θέματα, αλλά η θεία μου όπως ακριβώς και η συχωρεμένη η γιαγιά μου είχε αυτό το ιδιαίτερο ταλέντο να σε κάνει να ομολογήσεις τα πάντα με ένα βλέμμα! Και αυτό στη περίπτωση της θείας μου και του θείου μου είναι πάρα πολύ κακό ειδικά όταν την επομένη θα πρέπει να αντιμετωπίσεις το θυμό του θείου μου! Έτσι πήρα μια δύσκολη και μάλλον μπερδεμένη απόφαση, να του λέω ακριβώς τι είπα στη θεία μου ώστε να προετοιμάσει την ιστορία του. Πράγμα που σήμαινε ότι την επίσκεψη της θείας μου ακολουθούσε μια δεύτερη βραδινή επίσκεψη, αυτή του θείου μου!

Έτσι λοιπόν κάθε βράδυ είχαμε την εξής αστεία σκηνή. Λίγα λεπτά μετά την είσοδό μου στο σπίτι και μόλις που προλάβαινα να βγάλω το σακάκι μου έμπαινε η θεία μου με ένα δισκάκι με αχνιστή σούπα, με ένα κομμάτι ζαμπόν, ζεστό βουτυρωμένο ψωμί και ένα ποτήρι γάλα και σε μισή ώρα και καθώς εγώ μασουλούσα το ψωμί είχε μάθει με λεπτομέρειες τι έγινε όλη μέρα στο εργαστήριο. Μετά μάζευε τα άπλυτα για να τα πάρει μαζί της και αφού μάζευε και το άδεια πιάτα με φιλούσε, μου ευχόταν καληνύχτα και έφευγε.

Λεπτά αφού η θεία μου είχε φύγει η πόρτα ξανά άνοιγε με το τσιγάρο να κρέμεται από τα χείλια του θείου μου και να φυσάει ενοχλητικά το καπνό στο πρόσωπό μου για να μάθει τι είχα πει στη θεία μου. Ξέρετε πιο ήταν το χειρότερο από όλα; Ότι και οι δυο τους είχαν κλειδιά του σπιτιού μου! Τόση ησυχία είχα στο σπίτι μου που πολλές φορές είχα εφιάλτες ότι ξυπνάω και όλοι κάθονται πάνω από το κρεβάτι μου και με παρακολουθούν να κοιμάμαι!

Τις δύο φορές όλα αυτά τα χρόνια που είχα επιστρέψει στο σπίτι νωρίς με το θείο μου να αργεί, οι φωνές είχαν ακουστεί μέχρι το δωματιάκι μου και ένας ήχος που ακούστηκε κάποια στιγμή είμαι σίγουρος ότι ήταν τηγάνι που χτύπησε κάτι σκληρό. Οι επίδεσμοι στο κεφάλι του θείου μου την επομένη και η μανία της θείας μου να μην πάω στη δουλειά αλλά να την βοηθείσω στα ψώνια και ειδικά στο να βρει καινούργιο τηγάνι μάλλον είχαν να κάνουν με τα γεγονότα της προηγούμενης βραδιάς!

Σας μπέρδεψε η προσωπική μου ζωή, αν μπορούμε να αποκαλέσουμε αυτό που ζούσα προσωπική ζωή; Λοιπόν αν μπέρδεψε εσάς φανταστείτε πως ήταν η κατάσταση για μένα. Το σημαντικό όμως συνέβηκε ακριβώς την ημέρα που έκλεινα δύο χρόνια στο καμαράκι δίπλα στο σπίτι του θείου και της θείας μου και παρά μια μέρα δύο χρόνια από την ημέρα που άρχισα να δουλεύω για τον θείο μου!

Η θεία μου υποπτευόταν ότι τα πράγματα δεν ήταν ακριβώς όπως της τα έλεγα και για να χρησιμοποιήσω μια δικιά της έκφραση όλο και με αυτούς τους ανεπρόκοπους μπερδευόταν ο θείος μου, και φυσικά το ένστικτο της δεν την γελούσε γιατί πραγματικά ο θείος μου χαρτόπαιζε κάθε μέρα με τους ανεπρόκοπους κρατώντας με και μένα ως αργά μέχρι να τελειώσει ώστε να πάμε μαζί στο σπίτι και να είναι μπροστά όταν η θεία μου θα έφερνε το πιάτο με το φαγητό. Βλέπετε μετά από λίγο καιρό ανακάλυψε καινούργιο κόλπο, κάπνιζε ένα τελευταίο τσιγάρο μαζί μου πριν πάει στο σπίτι κι έτσι πάντα τον έβρισκε η θεία μου μαζί μου και κάπως η ανάκριση μου ξέφευγε από τον έλεγχο της... Τώρα σας μπέρδεψα τελείως αλλά μην στεναχωριέστε τελειώνω!

Αυτή η αλλαγή και το βραδινό τσιγάρο είχε όμως και μια μικρή αλλαγή προς το καλύτερο για μένα, βλέπετε δεν χρειαζόταν να περπατήσω όλη την απόσταση από το εργαστήριο μέχρι το σπίτι μου που δεν ήταν και μικρή γιατί ένας από τους ανεπρόκοπους είχε αυτοκίνητο και το σπίτι μας ήταν στο δρόμο τους για το δικό του σπίτι, έτσι μπορούσα να ξαπλώσω στο πίσω κάθισμα και να ξεκουραστώ για λίγα λεπτά ή τουλάχιστον να ανακουφιστώ που δεν θα περπατούσα όλη αυτή την απόσταση. Βλέπετε ξέχασα να σας πω κάτι. Όλη την ώρα που ο θείος μου έπαιζε με τους ανεπρόκοπους χαρτιά μην νομίζετε ότι εγώ καθόμουν, πως θα ήταν ποτέ δυνατόν; Όση ώρα οι ανεπρόκοποι παίρναν από τον θείο μου τα λεφτά του, δηλαδή εσείς τι νομίζατε ότι τον άφηναν και να κερδίζει; Εγώ μέσα στο εργαστήριο έτριβα και έκοβα ξύλα, έφτιαχνα καφέδες και κάθε τόσο γέμιζα τα ποτήρια με κονιάκ!

Ο θείος μου βλέπετε είχε αυτή την θεωρεία, ότι όσο περισσότερη δουλειά μου έδινε τόσο περισσότερο θα σκεφτόμουν τι θα έλεγα στη θεία μου και τόσο κουρασμένος θα ήμουν για να πέσω θύμα των ερωτήσεων της! Για να σας πω την αλήθεια είχε δίκιο, μιας και τις περισσότερες φορές με πολύ προσπάθεια κρατούσα τα μάτια μου ανοιχτά ανίκανος ακόμα και να ακούσω τις ερωτήσεις της όχι και να απαντήσω κι όλας!

Αλλά όπως είπα και στην αρχή αυτής της διήγησης είμαι ένα πολύ συνηθισμένος άνθρωπος και εκείνη τη περίοδο δεν ήξερα τι ακριβώς ήθελα να κάνω με τη ζωή μου και χρειαζόμουν κάπου να μείνω και μια δουλειά μέχρι να πάρω μια απόφαση.

Έτσι λοιπόν και αυτή η βραδιά ήταν μια από αυτές τις βραδιές με τον θείο μου στο γραφείο του με όλους τους ανεπρόκοπους παρέα να παίζουν χαρτιά κι εμένα στο έρημο εργαστήριο να προσπαθώ να λυγίσω ένα σκληρό κομμάτι πεύκου όταν τον άκουσα! Καλά, η αλήθεια είναι ότι δεν τον άκουσα, άκουσα βέβαια ένα ήχο κάπου από πίσω μου αλλά ήταν τόσο αδύναμος και χαμηλός που νόμιζα ότι ήταν αέρας που είχε ήδη σηκώσει το βράδυ.

Τώρα αν σας πω ότι κάτι σκεφτόμουνα θα σας γελάσω ή ότι κάτι μου τράβηξε την προσοχή μάλλον κι αυτό δεν είναι αλήθεια και δεν θέλω να καταφύγω σε ψεύτικες περιγραφές για σας γεμίσω αγωνία. Δεν άκουσα τίποτα και δεν σκέφτηκα απολύτως τίποτα! Αυτή είναι η αλήθεια! Πολύ αργότερα ένα βράδυ που αναπολούσαμε εκείνη τη βραδιά με τον Ιππότη Ιωάννη μου είπε ότι χρειάστηκε να χτυπήσει πολλές φορές την μύτη της ομπρέλας του στο σκληρό τσιμέντο μέχρι να γυρίσω να δω τι ήταν ο θόρυβος που άκουγα.

Και είναι αλήθεια ότι κάποια στιγμή ακούγοντας κάτι σταμάτησα την πάλη με το πεύκο και γύρισα προσπαθώντας να βρω από που ερχόταν αυτός ο θόρυβος αλλά ...τίποτα δεν ξανακούστηκε μέσα στη χειμωνιάτικη νύχτα εκτός από τς μουγκρητά των ανεπρόκοπων από το γραφείο. Αλλά ήταν χειμώνα και ο βοριάς περίεργη συντροφιά όταν τον ακούς και πρέπει κοκκινίζοντας να σας ομολογήσω ότι σαν να φοβήθηκα λίγο. Πολύ λίγο αλλά ξέρετε τώρα πως δουλεύει το μυαλό των ανθρώπων κάποιες τέτοιες στιγμές. Υπήρχαν και αυτές οι ιστορίες που λέγανε οι μάστορες για την γειτονιά, για κάτι κλέφτες και κάτι περίεργες φάτσες που κυκλοφορούσαν τώρα τελευταία, που ξαφνικά γέμισαν το μυαλό μου με εικόνες που με κάναν να κοιτάξω πιο προσεκτικά στη πλευρά της πόρτας και ...

“Τοκ-τοκ!”

Αυτή τη φορά κάτι είχα ακούσει αλλά γυρίζοντας ξαφνικά προς το μέρος που είχε έρθει ο ήχος δεν είδα τίποτα. Κρυφοκοιτάζοντας δεξιά και αριστερά ξανάπιασα το σφυρί μου και συνέχισα να δουλεύω χαζογελώντας και προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι η ανατριχίλα που ένιωθα στη πλάτη μου ήταν από το κρύο που έμπαινε από τις σχισμές της πόρτας!

“Ει παλικάρι, σ' εσένα μιλάω!”

Έχετε ακούσει την έκφραση ...τα έκανα επάνω μου; Λοιπόν εκείνη τη στιγμή αυτό ακριβώς έγινε και σε μένα, τα έκανα επάνω μου. Το σφυρί έφυγε από το χέρι μου, το κομμάτι το πεύκο έπεσε με θόρυβο στο πάτωμα και το μυαλό μου σταμάτησε να δουλεύει! Όλο μου το σώμα μούδιασε και τα μάτια μου κολλήσανε στις σκιές των εργαλείων στον απέναντι τοίχο.

“Εσύ είσαι ο μαραγκός;”

Σίγουρα εγώ δεν ήμουν ο μαραγκός αλλά εκείνη τη στιγμή τίποτα δεν λειτουργούσε στο μυαλό μου και φυσικά δεν λειτουργούσε και η φωνή μου. Περιττό να σας πω ότι όλη αυτή την ώρα δεν είχα τολμήσει να γυρίσω προς την πλευρά της φωνής γιατί ...είπαμε, τα είχα κάνει πάνω μου!

“Τοκ-τοκ” ο ήχος ακούστηκε ξανά το ίδιο δυνατά αυτή τη φορά! Που ήταν ο θείος μου; Γιατί τη μοναδική φορά που τον χρειαζόμουν είχε εξαφανιστεί; Γιατί όλα συμβαίνουν πάντα σε μένα; Θα με σκοτώσουν; Τι θελαν να κλέψουν, παλιά και πολυμεταχειρισμένα εργαλεία; Αν τα κατάφερνα να βγω ζωντανός και έκλεβαν τα εργαλεία, ο θείος μου σίγουρα θα με σκότωνε! Ότι και να κάνω στο τέλος εγώ σκοτώνομαι! Όλο τέτοια σκεφτόμουνα όταν...

“Παλικάρι μου το καλύτερο που έχεις να κάνεις αυτή τη στιγμή είναι να γυρίσεις προς τα εδώ για να μπορέσουμε να μιλήσουμε. Μιλάς, έτσι δεν είναι; Έχεις φωνή;”

Και γύρισα, αργά πολύ αργά περιμένοντας να δω έναν αγριεμένο τύπο με ανακατωμένα μακριά μαλλιά και γένια, ψηλό πολύ ψηλό που να κρατάει μαχαίρι έτοιμος να με χτυπήσει. Αλλά αυτό που είδα ήταν ...τίποτα!κι αν νομίζετε ότι αυτό με βοήθησε κάνετε μεγάλο λάθος, το τίποτα μπροστά μου με τρόμαξε ακόμα πιο πολύ!

“Τοκ-τοκ!”

Ο ίδιος ήχος ξανά μόνο που αυτή τη φορά ερχόταν λίγο ...πιο χαμηλά από εκεί που κοίταζα, έτσι κι εγώ κοίταξα ...λίγο πιο χαμηλά και τότε ...τον είδα!

Labels: ,

 
posted by ovi
3 comments